Αθηνόραμα για το Piu Verde: “Μια τρατορία για να χαθείς στο δάσος”

Ένα ενδιαφέρον αφιέρωμα στο “δικό μας” Piu Verde έκανε το περιοδικό “Αθηνόραμα” που κυκλοφορεί. Διαβάστε:

Φαβορί της γειτονιάς του αλλά και πόλος έλξης για όλη την Αθήνα που αναζητά απόδραση σε πράσινο φόντο, το «Piu Verde» είναι σταθερό ραντεβού με τη δροσερή και casual πλευρά της πόλης, όχι μόνο λόγω του καταπράσινου setting μέσα στο οποίο είναι φωλιασμένο αυτό το προνομιούχο all day spot του Παπάγου, αλλά και χάρη στη χαλαρή, παρεΐστικη αύρα με την οποία αγκαλιάζει τους επισκέπτες του. Από νεαρά ζευγάρια σε double date, μέχρι παρέες που απλώνουν τα σχέδια των διακοπών τους στο τραπέζι, κι από γυναικοπαρέες σε after office τσιμπολόγημα, μέχρι οικογενειακές συνάξεις σε γιορτινό tempo, όλοι είχαν θέση στο απλωτό, φρεσκαρισμένο deck του εστιατορίου στην αυγουστιάτικη επίσκεψή μας, προικίζοντας τον όμορφο, φιλόξενο χώρο του με ένα χαρούμενο, καλοκαιρινό buzz – μια διάθεση ταιριαστή σαν γάντι στο νέο μενού που, ως γνήσιο ιταλιάνικο, καταναλώνεται με μπόλικη ζωηράδα και κεφάτη ενέργεια στο τραπέζι.

Διατηρώντας τα ηνία ως executive chef, ο Κωνσταντίνος Τσίγκας έχει ήδη από τον Ιούνιο στραφεί προς μια κουζίνα που φαίνεται να έχει ιδιαιτέρως στην καρδιά του, ανανεώνοντας ολοκληρωτικά τη γευστική πρόταση του «Piu Verde», για να μετατρέψει τον άνετο χώρο του εστιατορίου σε βέρα ιταλιάνικη τρατορία. Ζουμερές πίτσες, αυθεντικές ιταλικές μακαρονάδες, αλλά και μπελαλίδικες σπεσιαλιτέ πρωταγωνιστούν στο πληθωρικό μενού, εκλεκτά υλικά με ονομασία προέλευσης δίνουν χαρακτήρα στα πιάτα και μια μεγάλη βεντάλια γλυκών ολοκληρώνει το ταξίδι, με την πανακότα γιαουρτιού με βανίλια και την τιραμισού με μασκαρπόνε να στέκονται δίπλα στο αμετακίνητο all time φαβορί του μαγαζιού, το εμβληματικό «σπασμένο» μιλφέιγ.

Στη δική μας περίπτωση, μια ζουμερή burrata με πικάντικο μέλι, τοματίνια και προσούτο, αλλά και ένα πλουσιοπάροχο vitello tonnato με αέρινο κόψιμο στο μοσχαράκι και χαρακτηριστική γευστική ένταση στη σάλτσα τόνου, πλάι σε μια σειρά crostini με κατσικίσιο τυρί, ψητά σταφύλια, καρύδια και θυμάρι, πιάτα πληθωρικά και λιχούδικα, με ζωηρές σάλτσες και μαμαδίστικα στησίματα, μας έκαναν να φανταστούμε μια nonna italiana, αφράτη και φασαριόζα να κάνει σαματάδες στην κουζίνα, ετοιμάζοντας τα πιάτα της φαμίλιας με αυθεντική αγάπη.

Στη γύρα των κυρίως, όμως, η εικόνα άλλαξε και η μαγειρική προσέγγιση έγινε πιο καθαρή και σαφής, με γεύσεις σταράτες που φέρνουν τη στιβαρότητα της παράδοσης σε πρώτο πλάνο. Η carbonara με bucatini, αβγό, guanciale και pecorino romano, σωστή στο al dente της, με ωραίο χύλωμα και ζωηρή την πικάντικη πολυπλοκότητα της σάλτσας της, αλλά και η αρωματική, ανάλαφρη, λεπτή και ζουμερή πίτσα tartufata, με τρούφα, μανιτάρια, πανσέτα και ταλέτζιο, κάνουν ωραία αβάντα σε μια ταλιάτα τόσο τρυφερή που κόβεται με το πιρούνι, ενώ ωραίο φινάλε έγραψαν τα πλουσιοπάροχα profiteroles, γεμιστά με παγωτό και περιλουσμένα με ganache σοκολάτας, γλυκά και δροσερά σαν τις βραδιές ενός καλότροπου Αυγούστου.