2017: Η ψευδαίσθηση της κανονικότητας

 

Διαβάζουμε τον τελευταίο καιρό δήθεν τεκμηριωμένα και ρεαλιστικά άρθρα και ακούμε κορώνες για επιστροφή στην κανονικότητα, για ομαλοποίηση της κατάστασης της χώρας, για έξοδο από τα μνημόνια και την επιτροπεία.

Δεν θα μπω στη λογική να στηλιτεύσω τους φορείς αυτών των μηνυμάτων ούτε θα ερευνήσω τα κίνητρά τους.

Θα μπω στην ουσία και θα συγκρίνω την κατάσταση που αντιμετωπίζουμε καθημερινά όλοι οι πολίτες σε σχέση όχι με το 2004 ή ακόμα και το 2009, αλλά με το 2014.

Όλοι θεωρούν απόλυτα φυσιολογικό οι Έλληνες να εργαζόμαστε 203 ημέρες το χρόνο για να ξεπληρώσουμε ουσιαστικά φόρους και άλλα τέλη προς το δημόσιο (έρευνα ΚΕΦΙΜ για το 2017)  χωρίς βέβαια να απολαμβάνουμε καμία παροχή στη παιδεία, στην υγεία, στο οδικό δίκτυο κτλ.

Οι συγκοινωνίες σε οικτρή κατάσταση, τα δρομολόγια των λεωφορείων συνεχώς φθίνουν, ακυρώνονται, καταργούνται. Το Μετρό, όπως σωστά μου έχει επισημάνει ένας φίλος, έχει καταντήσει υπεραστική συγκοινωνία – ΚΤΕΛ. Η συχνότητα των δρομολογίων που πραγματοποιούνται – όχι αυτών που παρουσιάζονται στο πρόγραμμα δρομολογίων της ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ – συνεχώς μειώνεται. Αν μία καθημερινή ημέρα αποπειραθείτε από οποιονδήποτε σταθμό να κατέβετε στο κέντρο της πόλης θα διαπιστώσετε ότι ίσως χρειαστεί να περάσουν δύο και τρεις συρμοί για να καταφέρετε να επιβιβαστείτε, με τη συχνότητα των συρμών να μην είναι πια στα 2 λεπτά αλλά στα 6, στα 8 στα 10.

Σε θέματα υγείας, παρόμοια κατάσταση. Κάντε ένα πείραμα ή ρωτήστε φίλους και γνωστούς που έχουν παιδιά για την προμήθεια των παιδικών εμβολίων. Θα μάθετε ότι αφενός κάποια εμβόλια είναι δυσεύρετα – πρέπει να έχεις δικό σου φαρμακοποιό για να τα βρεις – κάποια εμβόλια δεν καλύπτονται από τα ταμεία, ενώ οι φαρμακοποιοί για εμβόλια μεγάλου κόστους (άνω των 100 ευρώ) εφόσον τα γράψεις στο ταμείο σου δεν μπαίνουν καν στον κόπο να τα ψάξουν – καθώς ξέρουν ότι θα τα πληρωθούν σε περίπου 3-4 χρόνια στην καλύτερη περίπτωση από το δημόσιο – ενώ αν τα πληρώσεις απευθείας, σε 2-3 ημέρες έχεις το εμβόλιο στη διάθεσή σου, έχοντας επωμιστεί το σύνολο του κόστους. Και προσέξτε, δεν μιλάμε για επείγουσες ή έκτακτες καταστάσεις ή προβλήματα υγείας, νοσοκομεία κτλ. αλλά για την κανονική προληπτική σειρά εμβολίων που πρέπει κάθε παιδί να ακολουθήσει.

Όλα αυτά και άλλα πολλά συνθέτουν την «κανονικότητα» της σημερινής κατάστασης. Θα μου πείτε το 2014 ήταν καλύτερα; ΝΑΙ ασφαλώς και ήταν καλύτερα. Και από πλευράς φορολογίας και οικονομικής κατάστασης, και από πλευράς συγκοινωνιών, αλλά και στον τομέα της υγείας.

Αντ’ αυτών, ο κόσμος τρέφεται σήμερα από τον αγώνα ενάντια στη διαπλοκή (αλήθεια τί άλλαξε;), από έναν ακατάσχετο λαϊκισμό περί αξιοπρέπειας, ενώ παράλληλα εκπαιδεύεται σε μια σειρά επιδοματικών πολιτικών, συσσιτίων  και ακατανόητων οραμάτων περί λήξης της επιτροπείας της χώρας, όταν η αρμοδιότητα και η λειτουργία του Υπερταμείου στο οποίο έχει δεσμευτεί η εθνική μας περιουσία εκτείνεται σε βάθος 99 ετών. Επιπλέον, οι πλειστηριασμοί της ιδιωτικής περιουσίας για χρέη προς τις τράπεζες και το δημόσιο απλά έγιναν ηλεκτρονικοί και έτσι εξαγνίστηκαν(;), οι συντάξεις παρότι μειώθηκαν δεν επηρεάζουν τους παππούδες και τις γιαγιάδες μας γιατί πλέον λαμβάνουν εθνική σύνταξη (φαίνεται ότι η ονομασία δίνει προστιθέμενη αξία), ενώ τέλος η κοινωφελής εργασία και οι συμβάσεις των 300 ευρώ δεν συνιστούν καταπάτηση των εργασιακών νόμων και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας αλλά μέρος της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας.

Με δύο λόγια, οι εξαπατημένοι συμπολίτες μας παρακολουθούν τα καθημερινά βαφτίσια (τρόικα – θεσμοί, ξεπούλημα – επενδύσεις, μνημόνιο – σύμφωνο εξόδου από την κρίση, μισθοί πείνας – εναλλακτικές μορφές εργασίας κ.ά.), μένουν αποσβολωμένοι απέναντι στα πραγματικά γεγονότα, και κάπου εκεί φέρνουν στο μυαλό τους μια παραδεισένια εικόνα της Κούβας ή ακόμα και της Βενεζουέλας αναπολώντας τα αγνά φοιτητικά τους χρόνια και επικροτώντας τη σθεναρή στάση του Πρωθυπουργού να μην φοράει γραβάτα, παρά τη συνεχή πίεση των μεγάλων δυνάμεων, των οργάνων του καπιταλισμού και των εκπροσώπων της Ευρώπης των συμφερόντων.

Με απλά λόγια, σύντροφοι, οι Έλληνες πολίτες ζουν σε μία κοινωνία χαμηλών προσδοκιών. Οι απαιτήσεις και οι προσδοκίες τους από την Πολιτεία συμπιέζονται καθημερινά ή μάλλον προσαρμόζονται στα καλούπια και τα όρια της (αν)ικανότητας της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Σ’ αυτή την κανονικότητα, λοιπόν, ζούμε, στην κανονικότητα των χαμηλών προσδοκιών, της μιζέριας, των επιδομάτων και των συσσιτίων που από λύσεις ανάγκης μετατρέπονται σε κυβερνητική πολιτική.