Περί αλλαγής φύλου και άλλα τινά.

Σημαντικό το θέμα της νομοθετικής ρύθμισης περί αλλαγής φύλου. Ορθώς στο πλαίσιο του αυτοπροσδιορισμού, των ανθρωπίνων και ατομικών δικαιωμάτων να απασχολεί την Ελληνική Πολιτεία. Όχι όμως με όρους reality, όχι με την ελαφρότητα και την προχειρότητα με την οποία το αντιμετωπίζει το ελληνικό κοινοβούλιο.

Ένα ζήτημα ατομικής ελευθερίας έχει αναδειχθεί σε ζήτημα πολιτικής αντιπαράθεσης, ενώ ουσιαστικά τα πολιτικά κόμματα αρνούνται να δουν την πραγματικότητα.

 Η πραγματικότητα είναι ότι στο σύνολο των πολιτικών σχηματισμών (και εξαιρώ τη ΧΑ την οποία δεν θεωρώ καν πολιτικό κόμμα αλλά ναζιστικό μόρφωμα) φαίνεται να συνυπάρχουν φωνές υπέρ και κατά της νομοθετικής ρύθμισης που δρομολογείται.  Όσο κι αν οι φωνές αυτές καλυφθούν από πολιτικές σκοπιμότητες ή την κομματική πειθαρχία, δεν αλλάζει το γεγονός ότι υπάρχουν. Και αυτό είναι φυσικό, καθώς το ίδιο συμβαίνει και στην κοινωνία. Ακόμα και στα μέλη μιας οικογένειας δεν υπάρχει ταύτιση απόψεων για το συγκεκριμένο ζήτημα. Όμως το πολιτικό μας σύστημα είναι τόσο στρεβλό που δεν μπορεί να «ανεχθεί» αυτή την πολυφωνία.  

Ας δούμε πώς έχει διαμορφωθεί η κατάσταση.

Η Κυβέρνηση το έχει αναγάγει σε ζήτημα που κλονίζει την κυβερνητική πλειοψηφία, η Αντιπολίτευση μέχρι στιγμής είναι στο «ναι μεν, αλλά», και στο πλαίσιο αυτό τα μέσα προβάλουν ιστορίες της διπλανής πόρτας δίνοντας έμφαση στην περιπτωσιολογία. Μ’ αυτά και μ’ αυτά το ζήτημα κοντεύει να ενταχθεί στην πολιτική της κλειδαρότρυπας, ενώ ως καίριο θέμα έχει αναδειχθεί αν το δικαίωμα αλλαγής φύλου θα δίδεται στους εφήβους των 15 ή των 17 ετών. Έχουμε λύσει όλα τα άλλα για την ρύθμιση του ζητήματος και έχουμε κολλήσει στο όριο ηλικίας!

Κανείς δεν ασχολείται σοβαρά με τις προϋποθέσεις, τη διαδικασία, τη γνώμη των ειδικών και φοβάμαι ότι είναι κοντά η ώρα που ο συμπαθής κατά τ’ άλλα βουλευτής των ΑΝΕΛ κ. Κατσίκης θα εκστομίσει σημεία και τέρατα από το βήμα της Βουλής. Και τότε πια, θα έχουμε χάσει τελείως τη μπάλα. Όλοι θα εστιάσουν στις βαρύγδουπες και ακραίες εκφράσεις που πουλάνε, θα βάλουν τη συνείδησή τους στη δοκιμασία της κομματικής πειθαρχίας και ό,τι βρέξει ας κατεβάσει. Το έργο είναι χιλιοπαιγμένο και πολύ φοβάμαι ότι θα το ξαναδούμε.

Γιατί όμως συμβαίνει αυτό; Έχει κανείς αναρωτηθεί;

Η απάντηση – χωρίς να διεκδικώ το αλάθητο του Πάπα – ίσως να βρίσκεται στο εξής: H Ελληνική Πολιτεία έχει εργαστεί για την εμπέδωση των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των ατομικών ελευθεριών στους Έλληνες πολίτες; Η Ελληνική Πολιτεία θέλει πραγματικά οι πολίτες της να απολαμβάνουν και να ασκούν τις ατομικές τους ελευθερίες;

Ας συμπεράνει ο καθένας από τον περίγυρό του και την καθημερινή του ζωή. Σε μία κοινωνία που καθημερινά ευνουχίζονται οι ατομικές ελευθερίες και τα ανθρώπινα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα (ισοπολιτεία, ισότητα, υγεία, παιδεία, ιδιοκτησία, επιχειρείν, εργασία κ.ά), στο πλαίσιο μιας ισοπέδωσης των πάντων, ανεξαρτήτως της αξίας ή ακόμα και της προσπάθειας που καταβάλει ο καθένας από εμάς, τί προπτική έχει η προτεινόμενη ρύθμιση;

Κατά τη γνώμη μου η συμβολή της συγκεκριμένης ρύθμισης είναι προδιαγεγραμμένη. Θα λειτουργήσει στην «αναγνώριση» από την πλευρά της γενναιόδωρης Ελληνικής Πολιτείας μίας ακόμα «μειονότητας» – έτσι χαρακτηρίζεται και φορτίζεται πολιτικά η ομάδα των ανθρώπων που περιλαμβάνει η συγκεκριμένη ρύθμιση –  χωρίς κανένα πραγματικό αντίκτυπο στην αναβάθμιση των ατομικών ελευθεριών και δικαιωμάτων του καθενός από εμάς. Γιατί θυμίζω, αυτή η ρύθμιση  μας αφορά όλους.